Τραπεζικές εγγυητικές επιστολές και η αρχή της αυτοτέλειας
Lante Enterprises Limited ν. Στέλλας Ιωάννου και Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αγωγή Αρ. 3575/2013, Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, ενδιάμεση απόφαση ημερ. 10/03/2014
Τραπεζικές εγγυητικές επιστολές και η αρχή της αυτοτέλειας — Εκχώρηση εγγυητικής σε τρίτο — Προϋποθέσεις άρθρου 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων — Απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και έλλειψη κατεπείγοντος σε μονομερή αίτηση
Περιγραφή της υπόθεσης
Η Ενάγουσα εταιρεία πώλησε το 2006 στην Εναγόμενη 1 οικόπεδο που θα προέκυπτε από διαχωρισμό στην περιοχή Λίμνη Βορόκλινης στη Λάρνακα, έναντι τιμήματος €86.355. Προς διευκόλυνση της αγοράστριας να δανειοδοτηθεί από την Τράπεζα Κύπρου για την καταβολή του τιμήματος, η πωλήτρια παραχώρησε, μέσω της Ελληνικής Τράπεζας, εγγυητική επιστολή υπέρ της Τράπεζας Κύπρου, με την οποία εγγυάτο την εγγραφή του οικοπέδου στο όνομα της αγοράστριας μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία.
Ο διαχωρισμός καθυστέρησε και το οικόπεδο δεν μεταβιβάστηκε εμπρόθεσμα. Το 2009 εκδόθηκε, με αίτημα και συγκατάθεση της πωλήτριας, νέα εγγυητική, αυτή τη φορά με δικαιούχο την ίδια την αγοράστρια και για σημαντικά μεγαλύτερο ποσό (Ελβ.Φρ. 226.600), ανταποκρινόμενο στην αυξημένη αξία του οικοπέδου. Η αγοράστρια εκχώρησε την εγγυητική στην Ελληνική Τράπεζα, με ρητή συγκατάθεση της πωλήτριας, και έλαβε από αυτήν δάνειο με το οποίο εξόφλησε την Τράπεζα Κύπρου. Η εγγυητική ανανεωνόταν διαδοχικά, με τελευταία λήξη την 30.8.2013.
Το οικόπεδο δεν μεταβιβάστηκε ούτε μέχρι την ημερομηνία εκείνη. Η αγοράστρια τερμάτισε τη συμφωνία πώλησης και, μαζί με την Ελληνική ως εκδοχέα, απαίτησε την πληρωμή της εγγυητικής, το ποσό της οποίας με τους τόκους ανερχόταν σε €210.400. Η πωλήτρια καταχώρησε αγωγή και εξασφάλισε μονομερώς ενδιάμεσα διατάγματα που δέσμευαν το ποσό στους λογαριασμούς της αγοράστριας και απαγόρευαν στην Ελληνική να καταβάλει πέραν των €128.000.
Τα νομικά σημεία της απόφασης
- Η αρχή της αυτοτέλειας των τραπεζικών εγγυητικών. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε, με εκτενή αναφορά στην αγγλική νομολογία (R.D. Harbottle (Mercantile) Ltd v. National Westminster Bank Ltd [1977] 2 All E.R. 862, Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank International Ltd [1978] 1 All E.R. 976, Solo Industries UK Ltd v. Canara Bank [2001] EWCA Civ 1041), ότι οι τραπεζικές εγγυητικές συνιστούν αυτόνομες υποχρεώσεις, ανεξάρτητες από την υποκείμενη συμβατική σχέση. Τα Δικαστήρια επεμβαίνουν στον μηχανισμό τους μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις· οι τράπεζες οφείλουν να τιμούν τις υποχρεώσεις τους στη βάση των εγγράφων και ελεύθερες από τις εμπορικές διαφορές των μερών. Όποιος παραχωρεί τραπεζική εγγύηση αναλαμβάνει και τον αντίστοιχο κίνδυνο.
- Η εγγυητική ως αυτοτελής πηγή δικαιωμάτων, ανεξάρτητα από τη σύμβαση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κρίση ότι η εγγυητική δημιούργησε νέες υποχρεώσεις της πωλήτριας έναντι της αγοράστριας, πέραν όσων προέβλεπε η συμφωνία πώλησης: ενώ η σύμβαση όριζε ότι η μεταβίβαση θα γινόταν όταν εκδίδονταν χωριστοί τίτλοι, η εγγυητική καθιστούσε το ποσό απαιτητό απλώς με την παρέλευση της ορισμένης ημερομηνίας χωρίς εγγραφή. Το γεγονός ότι η εγγυητική ήταν «ασύμφωνη» με τις συμβατικές πρόνοιες δεν επηρέαζε την εγκυρότητά της, οι όροι της ήταν σαφείς και η πωλήτρια, που τη ζήτησε και συναίνεσε στο περιεχόμενό της, δεν δικαιούτο να υπαναχωρήσει.
- Οι συνέπειες της εκχώρησης της εγγυητικής. Καθοριστική για την έκβαση ήταν η διάκριση που έγινε ως προς τη θέση του εκδοχέα. Η πωλήτρια διατηρούσε μεν έναντι της αγοράστριας δικαίωμα «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών», κατ' εφαρμογή της αρχής της Cargill International SA v. Bangladesh Sugar and Food Industries Corp. [1998] 2 All E.R. 406, όπου κρίθηκε ότι, ελλείψει αντίθετης πρόνοιας, ο δικαιούχος εγγυητικής δικαιούται τελικά μόνο την πραγματική του ζημιά και το επιπλέον επιστρέφεται, πλην όμως κανένα τέτοιο δικαίωμα δεν διατηρούσε έναντι της τράπεζας-εκδοχέα. Με την εκχώρηση, στην οποία η πωλήτρια ρητώς συγκατατέθηκε γνωρίζοντας ότι η τράπεζα θα βασιζόταν σε αυτήν για τη δανειοδότηση, μεταβιβάστηκε το δικαίωμα είσπραξης ολόκληρου του ποσού· οι συμβατικές διαφορές πωλήτριας–αγοράστριας δεν αγγίζουν τον εκδοχέα. Συνακόλουθα, δεν καταδείχθηκε κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της τράπεζας.
- Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και η ορθή στόχευση των διαταγμάτων. Το Δικαστήριο υπενθύμισε τις τρεις προϋποθέσεις της Odysseos v. Pieris Estates Ltd (1982) 1 C.L.R. 557 (σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ορατή πιθανότητα επιτυχίας, αδυναμία πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο) και επισήμανε ότι, ακόμη και όπου ο αιτητής προσδοκά «λογιστική εκκαθάριση» μετά την πληρωμή εγγυητικής, το ορθό μέτρο δεν είναι η παρεμπόδιση της πληρωμής, αλλά ενδεχομένως η δέσμευση του εισπραχθέντος ποσού στα χέρια του δικαιούχου, ώστε η διαφορά να «ξεφύγει» από την εγγυητική και ο μηχανισμός της να μείνει ανέπαφος.
- Απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και κατεπείγον. Η απόφαση αναδεικνύει με ένταση τα καθήκοντα του μονομερώς αιτούμενου. Η ένορκη δήλωση της πωλήτριας απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία, μεταξύ άλλων, τη ρητή συγκατάθεσή της στην εκχώρηση και την απαίτηση της Τράπεζας Κύπρου το 2009 που προηγήθηκε της έκδοσης της νέας εγγυητικής, γεγονός που συνιστούσε αφ' εαυτού λόγο ακύρωσης των διαταγμάτων (Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1791). Περαιτέρω, το επικαλούμενο κατεπείγον κρίθηκε αυτοδημιούργητο: η πωλήτρια γνώριζε επί μακρόν πότε εξέπνεε η εγγυητική και ότι η απαίτησή της ήταν βέβαιη, και δεν μπορούσε να επικαλεστεί τη δική της καθυστέρηση για να δικαιολογήσει μονομερή έκδοση διαταγμάτων.
Το αποτέλεσμα
Τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα ακυρώθηκαν στο σύνολό τους, με τα έξοδα της αίτησης υπέρ των Εναγομένων, πληρωτέα στο τέλος της αγωγής, και με ξεχωριστό σετ εξόδων για κάθε Εναγόμενη. Την Εναγόμενη 1, υπέρ της οποίας ακυρώθηκαν τα διατάγματα, εκπροσώπησε το γραφείο μας.
Η σημασία της απόφασης
Η απόφαση συγκεντρώνει, σε ένα πραγματικό πλαίσιο συνηθισμένο στις κυπριακές κτηματικές συναλλαγές, τρία (3) διδάγματα ουσιώδους πρακτικής σημασίας.
Πρώτον, υπογραμμίζει τη δεσμευτική δύναμη και την αυτοτέλεια των τραπεζικών εγγυητικών: όποιος παραχωρεί εγγυητική με σαφείς όρους πληρωμής δεν μπορεί, όταν οι όροι πληρωθούν, να αναχαιτίσει την είσπραξή της επικαλούμενος τις πρόνοιες ή τις διαφορές της υποκείμενης σύμβασης. Η προστασία του δίδεται εκ των υστέρων, μέσω της αγωγής για την πραγματική ζημιά, όχι με την παρεμπόδιση του τραπεζικού μηχανισμού.
Δεύτερον, αναδεικνύει τον καταλυτικό ρόλο της εκχώρησης: η συγκατάθεση στην εκχώρηση εγγυητικής προς τράπεζα που δανειοδοτεί στη βάση της αποκόπτει, έναντι του εκδοχέα, τα δικαιώματα «εκκαθάρισης» που ο εντολέας διατηρεί έναντι του αρχικού δικαιούχου. Πρόκειται για σημείο που οι συναλλασσόμενοι, και ιδίως πωλητές ακινήτων που παρέχουν εγγυητικές έναντι μελλοντικών τίτλων, οφείλουν να σταθμίζουν πριν συναινέσουν.
Τρίτον, λειτουργεί ως υπόμνηση της αυστηρότητας που περιβάλλει τις μονομερείς αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα: η πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων είναι απαράβατο καθήκον, η παράβαση του οποίου οδηγεί αυτοτελώς σε ακύρωση, ενώ το κατεπείγον δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε κατάσταση την οποία ο ίδιος ο αιτητής δημιούργησε με τις ενέργειες ή την αδράνειά του.
Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν συνιστά νομική συμβουλή. Για εξειδικευμένη καθοδήγηση επί παρόμοιων ζητημάτων, επικοινωνήστε με το γραφείο μας.