Ψευδής παράσταση ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς ακινήτου, νόμιμη αποκήρυξη (rescission) συμφωνίας και τα όρια της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου έναντι του Διοικητικού Δικαστηρίου σε συμβάσεις με νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου
F.E. First Electric Ltd ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου — Αγωγή 2432/2017, Ε.Δ. Λευκωσίας (απόφαση ημερ. 08/09/2023)
Το γραφείο μας εκπροσώπησε επιτυχώς την Ενάγουσα εταιρεία.
Εισαγωγή
Με απόφαση της ημερομηνίας 8.9.2023, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ.) στην Αγωγή 2432/2017, F.E. First Electric Ltd ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου, επιδίκασε υπέρ της Ενάγουσας το ποσό των €1.081.155 πλέον νόμιμο τόκο, αναγνωρίζοντας ότι η Ενάγουσα νόμιμα αποκήρυξε (rescind) συμφωνία παραχώρησης άδειας χρήσης γης, την οποία είχε συνάψει βασιζόμενη σε ψευδή παράσταση της Αρχής Λιμένων ότι η τελευταία ήταν η ιδιοκτήτρια του παραχωρηθέντος χώρου. Η Ανταπαίτηση της Αρχής για δικαιώματα χρήσης απορρίφθηκε.
Η απόφαση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για δύο κυρίως λόγους: αφενός, για την ανάλυση του διαχωρισμού μεταξύ πράξεων διαχείρισης (fiscus) και πράξεων εξουσίας (imperium) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ζήτημα καθοριστικό για τη δικαιοδοσία του πολιτικού δικαστηρίου, και αφετέρου, για την εφαρμογή των αρχών περί ψευδούς παράστασης του άρθρου 18 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, και του δικαιώματος αποκήρυξης ακυρώσιμης συμφωνίας.
Τα γεγονότα
Τη 20.4.2007, η Αρχή Λιμένων Κύπρου παραχώρησε στην Ενάγουσα (τότε υπό την επωνυμία Vouros Power Industries Ltd) άδεια χρήσης χερσαίου χώρου εμβαδού 27.000 τ.μ. στο λιμάνι Βασιλικού, για τη δημιουργία μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, με διάρκεια δεκαοκτώ ετών (1.5.2007 – 30.4.2025). Ο επίδικος χώρος είχε προέλθει από επίχωση στη θάλασσα και αποτελούσε μέρος των τεμαχίων 492 και 321.
Η Ενάγουσα, προς υλοποίηση της ανάπτυξης, εξασφάλισε το 2012 άδειες κατασκευής και λειτουργίας ηλεκτροπαραγωγού μονάδας από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας Κύπρου, καταβάλλοντας τα σχετικά τέλη, και κατέβαλλε ανελλιπώς στην Αρχή τα δικαιώματα άδειας χρήσης, συνολικού ύψους €1.038.980,75.
Το Μάιο του 2016, υποβλήθηκε στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως αίτηση για προκαταρκτικές απόψεις βάσει του άρθρου 25(8) του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου του 1972 (Ν.90/1972), υπογραφόμενη από την Αρχή Λιμένων ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Το Τμήμα απάντησε αρνητικά με επιστολή ημερ. 11.7.2016, με την αιτιολογία ότι το επίδικο τεμάχιο αποτελούσε κρατική γη εγγεγραμμένη στο όνομα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι η αίτηση έπρεπε να είχε υποβληθεί από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη. Πράγματι, τίτλος ιδιοκτησίας επ' ονόματι της Αρχής Λιμένων εκδόθηκε για πρώτη φορά μόλις τη 26.6.2017 — δέκα και πλέον χρόνια μετά την υπογραφή της συμφωνίας.
Η Ενάγουσα, με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 6.7.2016, αποκήρυξε τη συμφωνία και ζήτησε την επιστροφή των καταβληθέντων δικαιωμάτων. Η Αρχή απέρριψε τις θέσεις της, εισέπραξε την εγγυητική επιστολή ύψους €99.215 και, τη 31.1.2017, τερμάτισε η ίδια τη συμφωνία.
Οι προδικαστικές ενστάσεις — Δικαιοδοσία πολιτικού δικαστηρίου
Η Αρχή Λιμένων ήγειρε προδικαστικές ενστάσεις, υποστηρίζοντας ότι οι επίδικες ενέργειές της αποτελούσαν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, ο έλεγχος των οποίων εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος.
Το Δικαστήριο απέρριψε τις ενστάσεις. Επεσήμανε καταρχάς ότι αντικείμενο της αγωγής δεν ήταν ο τερματισμός της συμφωνίας από την Αρχή, αλλά η αναγνώριση της νομιμότητας της αποκήρυξης της συμφωνίας από την ίδια την Ενάγουσα. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η Αρχή είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δεν συνεπάγεται ότι όλες οι ενέργειές της ανάγονται στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Οι δραστηριότητες δημόσιας αρχής επεκτείνονται και στο ιδιωτικό δίκαιο, όταν πρόκειται για πράξεις διαχείρισης που αποσκοπούν στην προστασία του ταμειακού της συμφέροντος (fiscus), σε αντιδιαστολή με τις πράξεις εξουσίας (imperium).
Το Δικαστήριο, καθοδηγούμενο από τη νομολογία, μεταξύ άλλων, Δημοκρατία ν. Τόκα (1995) 3 Α.Α.Δ. 218, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1992) 1Β Α.Α.Δ. 882 και The Freeshops Ltd v. The Republic (1987) 3 C.L.R. 2081, υπενθύμισε ότι κριτήριο ταξινόμησης είναι η εγγενής φύση και ο σκοπός της πράξης, σε συνάρτηση με το δημόσιο συμφέρον, και ότι κρίσιμη είναι η ουσία και όχι ο τύπος ή η μορφή της πράξης.
Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η άδεια παραχωρήθηκε κατόπιν πρότασης της Ενάγουσας και μετά από διαπραγματεύσεις που φανέρωναν ισοτιμία των συμβαλλομένων, ότι ο σκοπός της ανάπτυξης ήταν παρεμφερές και όχι ουσιαστικό στοιχείο της συμφωνίας, και ότι καμία θετική μαρτυρία δεν συνέδεε τη μονάδα με τους θεσμικούς σκοπούς της Αρχής ή με κάποια δημόσια ανάγκη. Επρόκειτο για οικονομική συναλλαγή αποσκοπούσα στην ενίσχυση των ταμείων της Αρχής, η οποία εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, με αρμόδιο το Επαρχιακό Δικαστήριο.
Ψευδής παράσταση και εξυπακουόμενος όρος ιδιοκτησίας
Επί της ουσίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν εξυπακουόμενος και ουσιώδης όρος της συμφωνίας ότι η Αρχή ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του παραχωρηθέντος χώρου, όρος τον οποίο παραδέχθηκε στην αντεξέτασή του και ο ίδιος ο μάρτυρας της Αρχής. Ωστόσο, κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας, εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ήταν η Κυπριακή Δημοκρατία και όχι η Αρχή, γεγονός που η τελευταία απέκρυψε, ενώ τελούσε σε γνώση ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επιχώσεων του Βασιλικού αμφισβητείτο επί σειρά ετών. Σημειώνεται ότι οι γνωματεύσεις του Γενικού Εισαγγελέα του 2009 και του 2012 διαχώριζαν τις επιχώσεις που «συνιστούν το λιμάνι καθεαυτό», οι οποίες περιήλθαν στην Αρχή, από τις πρόσθετες επιχώσεις, όπως το τεμάχιο 492, οι οποίες δεν περιήλθαν στην ιδιοκτησία της.
Το Δικαστήριο υπήγαγε τα γεγονότα στο άρθρο 18 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: υπήρξε θετική βεβαίωση γεγονότος αναληθούς, κατά τρόπο που δεν δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις, και η συναίνεση της Ενάγουσας στη συμφωνία ήταν αποτέλεσμα της ψευδούς αυτής παράστασης. Η συμφωνία κατέστη ως εκ τούτου ακυρώσιμη κατ' εκλογή του αναίτιου μέρους, το οποίο είχε τη διακριτική ευχέρεια να την αποκηρύξει ή να εμμείνει σε αυτήν (Γεωργίου ν. Alpha Concrete Ltd (2009) 1 Α.Α.Δ. 1040, Johnston v Agnew (1980) A.C. 367).
Η ουσιώδης φύση του όρου ήταν πρόδηλη: εφόσον κάθε αίτηση προς τις αρμόδιες πολεοδομικές αρχές έπρεπε να υποβληθεί από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη, η μη κυριότητα της Αρχής καθιστούσε τη δημιουργία της μονάδας ανέφικτη.
Ο τρόπος άσκησης του δικαιώματος αποκήρυξης
Ιδιαίτερα χρήσιμη είναι η ανάλυση του Δικαστηρίου ως προς τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος αποκήρυξης. Το αναίτιο μέρος οφείλει να κοινοποιήσει την απόφασή του στο υπαίτιο μέρος, είτε λεκτικά, είτε με τη συμπεριφορά του, είτε με την επίκληση δικαιωμάτων ασυμβίβαστων με τη συνέχιση της συμφωνίας, όπως, χαρακτηριστικά, με την απαίτηση επιστροφής καταβληθέντων ποσών (Clough v London and North Western Railway (1871) L.R. 7 Ex. 26, Car και Universal Finance Co Ltd v Caldwell (1965) 1 Q.B. 525, Re Eastgate (1905) 1 K.B. 465, καθώς και το σύγγραμμα Andrews, Clarke, Tettenborn & Virgo, Contractual Duties: Performance, Breach, Termination and Remedies).
Η επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 6.7.2016, με την οποία δήλωνε ότι η εκπλήρωση της συμφωνίας κατέστη ανέφικτη και απαιτούσε την επιστροφή των δικαιωμάτων και της τραπεζικής εγγύησης, κρίθηκε ότι συνιστούσε σαφή και νόμιμη αποκήρυξη. Το γεγονός ότι στην ίδια επιστολή αφηνόταν ανοικτό το ενδεχόμενο νέας διευθέτησης, υπό την προϋπόθεση προσκόμισης τίτλου ιδιοκτησίας, δεν αναιρούσε την αποκήρυξη, επρόκειτο, κατά το Δικαστήριο, για πρόταση σύναψης νέας, ουσιαστικά, συμφωνίας.
Η κατάληξη
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ενάγουσα νόμιμα αποκήρυξε τη συμφωνία και δικαιούται να αποκατασταθεί στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν πριν από τη σύναψή της. Εξέδωσε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας για το ποσό των €1.081.155, ήτοι τα καταβληθέντα δικαιώματα άδειας χρήσης (€1.038.980,75) και τα έξοδα εξασφάλισης των αδειών από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (€42.175,27), πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Η Ανταπαίτηση της Αρχής για δικαιώματα χρήσης ύψους €142.242,69 απορρίφθηκε, καθότι, εφόσον η συμφωνία νόμιμα αποκηρύχθηκε, η Ενάγουσα απαλλάχθηκε από κάθε περαιτέρω υποχρέωση εκτέλεσής της. Τα έξοδα αγωγής και Ανταπαίτησης επιδικάστηκαν υπέρ της Ενάγουσας.
Σημασία της απόφασης
Η απόφαση επιβεβαιώνει και συστηματοποιεί σειρά σημαντικών αρχών. Πρώτον, ότι οι συμβάσεις νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που αποσκοπούν στην ενίσχυση του ταμείου τους αποτελούν πράξεις διαχείρισης του ιδιωτικού δικαίου, υποκείμενες στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ανεξαρτήτως της δημόσιας φύσης του συμβαλλόμενου φορέα. Δεύτερον, ότι η παράσταση κυριότητας εκ μέρους του παραχωρούντος αποτελεί, κατά κανόνα, εξυπακουόμενο και ουσιώδη όρο συμφωνίας παραχώρησης χρήσης ακινήτου, η δε αναληθής βεβαίωσή της συνιστά ψευδή παράσταση κατά το άρθρο 18 του Κεφ. 149, καθιστώντας τη συμφωνία ακυρώσιμη. Τρίτον, ότι η αποκήρυξη ασκείται με οποιαδήποτε σαφή εκδήλωση βούλησης, περιλαμβανομένης της απαίτησης επιστροφής καταβληθέντων, με έννομη συνέπεια την πλήρη αποκατάσταση του αναίτιου μέρους στην προ της συμφωνίας κατάσταση και την απαλλαγή του από κάθε μελλοντική συμβατική υποχρέωση.
Η απόφαση αποτελεί χρήσιμο προηγούμενο για κάθε επιχείρηση που συμβάλλεται με δημόσιους φορείς για τη χρήση ή αξιοποίηση ακίνητης περιουσίας και αναδεικνύει τη σημασία της επαλήθευσης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος πριν από τη σύναψη τέτοιων συμφωνιών.
Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν συνιστά νομική συμβουλή. Για εξειδικευμένη καθοδήγηση επί παρόμοιων ζητημάτων, επικοινωνήστε με το γραφείο μας.