64, Lordou Vyronos Street, Mylonas Tower, 1st Floor
6023 Larnaca, Cyprus
Tel. +357 24656496
Fax. +357 24656281

Παράλληλη Προφορική Συμφωνία (Collateral Agreement): Πότε η προφορική διαβεβαίωση υπερισχύει της γραπτής σύμβασης

Παράλληλη Προφορική Συμφωνία (Collateral Agreement): Πότε η προφορική διαβεβαίωση υπερισχύει της γραπτής σύμβασης

Muskita Aluminium Industries Ltd κ.ά. ν. Alsako Aluminium Ltd κ.ά. (2009) 1 Α.Α.Δ. 1481 — Πολιτική Έφεση Αρ. 381/2006, απόφαση ημερ. 23/11/2009

Εισαγωγή

Με την απόφασή του στην υπόθεση Muskita ν. Alsako, το Ανώτατο Δικαστήριο (Νικολαΐδης, Φωτίου, Ερωτοκρίτου, Δ/στές) επικύρωσε πρωτόδικη απόφαση με την οποία επιδικάστηκε στους ενάγοντες το ποσό των £1.391.045, στη βάση παράλληλης προφορικής συμφωνίας (collateral agreement) για εγγυημένη αξία μετοχών, παρά την ύπαρξη δύο γραπτών συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων. Η απόφαση αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αυθεντίες της κυπριακής νομολογίας για τον μηχανισμό της παράλληλης συμφωνίας και τις εξαιρέσεις στον κανόνα αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας (parol evidence rule), ενώ πραγματεύεται και κρίσιμα ζητήματα δικαίου της απόδειξης, ιδίως ως προς τις δηλώσεις αποβιωσάντων προσώπων μετά την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, με τον Ν. 32(Ι)/2004.

Τα γεγονότα

Οι ενάγουσες εταιρείες του συγκροτήματος Alsako δραστηριοποιούνταν στην εμπορία και διανομή αλουμινίου σε Λευκωσία, Λάρνακα και Λεμεσό, με τους ενάγοντες 4 – 8 ως μετόχους και διοικητικούς τους συμβούλους. Με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 26.5.2000, συμφωνήθηκε η εξαγορά από τη Muskita Aluminium Company Ltd της πελατείας, της καλής φήμης, των αποθεμάτων και μέρους του εξοπλισμού των εναγουσών. Το αντάλλαγμα θα ήταν η μεταβίβαση 597.015 μετοχών της δημόσιας εταιρείας Muskita Aluminium Industries Ltd, στην τιμή των £0,67 η κάθε μία (συνολικά £400.000), σε καταπιστευματοδόχο των πωλητών, ενώ η αξία της εμπορικής εύνοιας συμφωνήθηκε σε £1.400.000. Ακολούθησε δεύτερη γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 27.7.2000, με την οποία το αντάλλαγμα καθορίστηκε σε μόλις £20.000 μετρητά.

Οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι κατά τις διαπραγματεύσεις ο εκ των βασικών μετόχων και εκπρόσωπος του συγκροτήματος Muskita, Γεώργιος Μουσκής (αποβιώσας το 2002), τους έδωσε προφορική εγγύηση ότι η αξία της μετοχής, με την εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, θα ανερχόταν σε τουλάχιστον £3 ανά μετοχή, εγγύηση που, όπως έγινε δεκτό, δεν μπορούσε να καταγραφεί στις γραπτές συμφωνίες «λόγω ΧΑΚ». Η διαφορά μεταξύ της εγγυημένης αξίας (£3) και της δηλωθείσας τιμής (£0,67), πολλαπλασιαζόμενη επί τις 597.015 μετοχές, αντιστοιχούσε ακριβώς στο αξιούμενο ποσό των £1.391.045.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο (Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας) έκρινε ότι η βασική συμφωνία ήταν εκείνη της 26.5.2000 και ότι η δεύτερη συμφωνία αποτελούσε «κατασκεύασμα εκ των υστέρων» για σκοπούς του Χρηματιστηρίου. Δέχθηκε την ύπαρξη της παράλληλης προφορικής συμφωνίας ως δεσμευτικής τόσο για τον Γεώργιο Μουσκή όσο και για τις δύο εταιρείες, και εξέδωσε απόφαση για £1.391.045 με τόκο 8% από 12.7.2001, απορρίπτοντας τις αιτίες αγωγής περί δόλου και ψευδών παραστάσεων.

Τα κύρια νομικά σημεία

  1. Ο μηχανισμός της παράλληλης προφορικής συμφωνίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι ο μηχανισμός της παράλληλης συμφωνίας «χρησιμοποιείται συχνά από τα Δικαστήρια, ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη», εφαρμόζοντας τις αρχές της υπόθεσης Marketventures Ltd ν. Δικωμίτη (2009) 1 Α.Α.Δ. 383 και της αγγλικής J. Evans & Son (Portsmouth) Ltd v. Andrea Merzario Ltd. Η προφορική διαβεβαίωση που δίδεται με πρόθεση να πεισθεί ο αντισυμβαλλόμενος να συμβληθεί μπορεί να ισοδυναμεί με αυτοτελή συμβατική υπόσχεση, ικανή να υπερισχύσει ακόμη και αντίθετων όρων της γραπτής σύμβασης. Κρίσιμο στοιχείο εν προκειμένω ήταν ότι οι δύο γραπτές συμφωνίες ήταν συγκρουόμενες μεταξύ τους ως προς το αντάλλαγμα, γεγονός που ενίσχυε την κατάληξη περί ύπαρξης της προφορικής συμφωνίας.
  2. Αξιολόγηση αξιοπιστίας μαρτύρων — όρια επέμβασης του Εφετείου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας αποτελεί κατ' εξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο παρακολουθεί τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Το Εφετείο επεμβαίνει μόνον όταν τα ευρήματα δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία, αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή είναι εξ αντικειμένου παράλογα ή αυθαίρετα. Οι μικροαντιφάσεις δεν κλονίζουν την αξιοπιστία· ουσιώδεις είναι μόνο οι αντιφάσεις που «δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση» και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία (R.K.B. Leathergoods Ltd ν. Αγγελίδη (2004) 1 Α.Α.Δ. 1071). Στην προκειμένη περίπτωση, οι διαφοροποιήσεις στη μαρτυρία αφορούσαν το αν η εγγύηση θα ήταν γραπτή ή όχι, όχι το αν είχε δοθεί.
  3. Μαρτυρία εμπειρογνωμόνων. Το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, αυτή απλώς το βοηθά να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Ορθώς προτιμήθηκε η εκτίμηση του εμπειρογνώμονα των εναγόντων, ο οποίος εργάστηκε με δύο ανεξάρτητες μεθόδους αποτίμησης (sales related και earnings related valuation), έναντι της έκθεσης του εμπειρογνώμονα των εναγομένων, η οποία αντέφασκε με δημόσιες ανακοινώσεις της ίδιας της Muskita περί του «πολύ συμφέροντος» χαρακτήρα της εξαγοράς.
  4. Εξ ακοής μαρτυρία — δηλώσεις αποβιωσάντων. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η κρίση ότι ο περί Αποδείξεως Νόμος, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 32(Ι)/2004, δεν καλύπτει δηλώσεις προσώπων που έχουν στο μεταξύ αποβιώσει, αφού το άρθρο 26 προϋποθέτει τη δυνατότητα κλήτευσης του δηλούντος για αντεξέταση. Το προϊσχύσαν άρθρο 4 του Κεφ. 9, που επέτρεπε την παρουσίαση εγγράφων αποβιωσάντων, καταργήθηκε με την τροποποίηση. Ορθώς, επομένως, αποκλείστηκε χειρόγραφο σημείωμα αποδιδόμενο στον αποβιώσαντα Γεώργιο Μουσκή, το οποίο δεν ενέπιπτε ούτε στην εξαίρεση της επιθανάτιας δήλωσης.
  5. Δικόγραφα — το αποκλειστικό μέσο προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων. Γενικός και ανεξήγητος ισχυρισμός περί «παρανομίας» της παράλληλης συμφωνίας στην έκθεση υπεράσπισης, χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση, δεν μπορούσε να εξεταστεί ούτε πρωτοδίκως ούτε κατ' έφεση. Ομοίως, ο ισχυρισμός ότι η εγγύηση δέσμευε μόνο τον αποβιώσαντα προσωπικά και όχι τις εταιρείες δεν είχε εγερθεί πρωτοδίκως και δεν μπορούσε να προβληθεί το πρώτον ενώπιον του Εφετείου. Η απόφαση επαναβεβαιώνει με έμφαση ότι το Δικαστήριο δεν επεκτείνεται σε θέματα εκτός δικογράφων.
  6. Τροποποίηση δικογράφων μετά τον θάνατο διαδίκου. Το Εφετείο επικύρωσε την ενδιάμεση απόφαση που επέτρεψε την προσθήκη του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος ως εναγομένου, σημειώνοντας ότι ο ισχυρισμός περί εγγύησης εκ μέρους του περιλαμβανόταν ήδη στην αρχική έκθεση απαίτησης, η οποία είχε ετοιμαστεί πριν τον θάνατό του, και επομένως δεν επρόκειτο για «σκέψη εκ των υστέρων».

Η κατάληξη

Η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της, με έξοδα €5.000 πλέον Φ.Π.Α. εναντίον των εφεσειόντων. Η πρωτόδικη απόφαση για £1.391.045 (ποσό που αντιστοιχεί στις 597.015 μετοχές επί τη διαφορά £2,33 μεταξύ εγγυημένης και δηλωθείσας αξίας) με τόκο 8% από 12.7.2001 παρέμεινε σε ισχύ, δεσμεύοντας αλληλεγγύως και κεχωρισμένως τόσο τις εταιρείες όσο και την περιουσία του αποβιώσαντος.

Γιατί η απόφαση είναι σημαντική

Η Muskita ν. Alsako παραμένει αυθεντία αναφοράς στο κυπριακό δίκαιο των συμβάσεων για τρεις (3) κυρίως λόγους:

Πρώτον, καταδεικνύει ότι ο κανόνας αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας δεν αποτελεί απόλυτο εμπόδιο: όπου αποδεικνύεται ότι προφορική διαβεβαίωση αποτέλεσε το κίνητρο για την υπογραφή της γραπτής σύμβασης, η διαβεβαίωση αυτή μπορεί να αναγνωριστεί ως αυτοτελής, δεσμευτική παράλληλη συμφωνία, ακόμη και όταν το περιεχόμενό της σκοπίμως δεν αποτυπώθηκε εγγράφως για ρυθμιστικούς λόγους (εν προκειμένω, «λόγω ΧΑΚ»). Το μήνυμα προς τον συναλλασσόμενο κόσμο είναι διπλό: οι προφορικές διαβεβαιώσεις κατά τις διαπραγματεύσεις ενδέχεται να έχουν πλήρη συμβατική ισχύ, και η επιμελής, πλήρης αποτύπωση των συμφωνηθέντων στο γραπτό κείμενο είναι κρίσιμη για την αποφυγή μεταγενέστερων αμφισβητήσεων.

Δεύτερον, η απόφαση αποσαφήνισε το καθεστώς της εξ ακοής μαρτυρίας μετά τη μεταρρύθμιση του 2004, κρίνοντας ότι οι δηλώσεις αποβιωσάντων προσώπων δεν καλύπτονται από το τροποποιημένο Κεφ. 9, κρίση με σημαντικές πρακτικές συνέπειες σε κάθε διαφορά όπου κεντρικός πρωταγωνιστής των γεγονότων έχει αποβιώσει πριν τη δίκη.

Τρίτον, η υπόθεση συνιστά υπόδειγμα εφαρμογής των αρχών περί δικογράφων και περί των ορίων της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Εφετείου στην αξιολόγηση μαρτυρίας, υπενθυμίζοντας ότι ισχυρισμοί που δεν δικογραφούνται και δεν προωθούνται πρωτοδίκως δεν μπορούν να αναβιώσουν κατ' έφεση.

 

Το παρόν άρθρο έχει αποκλειστικά ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν συνιστά νομική συμβουλή. Για εξειδικευμένη καθοδήγηση σε ζητήματα συμβατικού δικαίου και εμπορικών διαφορών, επικοινωνήστε με το γραφείο μας.