64, Lordou Vyronos Street, Mylonas Tower, 1st Floor
6023 Larnaca, Cyprus
Tel. +357 24656496
Fax. +357 24656281

Η σύμβαση δεν τερματίζεται αυτοδικαίως με την παράβασή της

Xenos Travel Ltd ν. Panasoft A.E., Πολιτική Έφεση Αρ. 116/2011, Ανώτατο Δικαστήριο (Δευτεροβάθμια Δικαιοδοσία), απόφαση ημερ. 21/02/2017

Παράβαση ουσιώδους όρου έναντι θεμελιώδους παράβασης — Η σύμβαση δεν τερματίζεται αυτοδικαίως με την παράβασή της — Το αναίτιο μέρος οφείλει να ασκήσει ενεργά το δικαίωμα τερματισμού — Πλήρης αποτυχία αντιπαροχής

Περιγραφή της υπόθεσης

Με συμφωνία ημερομηνίας 23.1.2002, η ενάγουσα ελληνική εταιρεία πληροφορικής πώλησε στην εναγόμενη, εταιρεία εκμετάλλευσης ταξιδιωτικού γραφείου, πρόγραμμα διαχείρισης ταξιδιωτικών γραφείων («Travel Force 2000») έναντι ΛΚ30.000 πλέον ΦΠΑ, πληρωτέου τμηματικά. Το πρόγραμμα εγκαταστάθηκε και προσφέρθηκε σταδιακά η κατάλληλη εκπαίδευση στο προσωπικό, πλην όμως η αγοράστρια κατέβαλε μόνο ΛΚ7.500, αρνούμενη κάθε περαιτέρω πληρωμή.

Η άμυνά της στηρίχθηκε στον όρο 14 της συμφωνίας, δυνάμει του οποίου η πωλήτρια ανέλαβε να δημιουργήσει πρόγραμμα επικοινωνίας (interface) μεταξύ του Travel Force 2000 και του υφιστάμενου λογιστικού προγράμματος της αγοράστριας (LK). Το interface, παρά τις προσπάθειες, ουδέποτε λειτούργησε, με την αγοράστρια να ισχυρίζεται ότι το εγκατασταθέν πρόγραμμα παρέμεινε χωρίς αξία και ότι, λόγω παράβασης ουσιώδους όρου ή πλήρους αποτυχίας ανταλλάγματος, ουδέν ποσό όφειλε. Σημειώνεται ότι η συμφωνία παρείχε στην αγοράστρια και ρητό δικαίωμα επιστροφής του προγράμματος εντός εννέα μηνών, δικαίωμα που ουδέποτε άσκησε, όπως ουδέποτε τερμάτισε ρητά τη συμφωνία· αντιθέτως, επί μήνες διαβουλευόταν με την πωλήτρια για την πλήρη λειτουργία του προγράμματος.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο όρος 14 ήταν ουσιώδης και ότι παραβιάστηκε, πλην όμως η παράβαση δεν εξουδετέρωσε τη συμφωνία· απλώς παρείχε στο αναίτιο μέρος δικαίωμα τερματισμού, το οποίο ουδέποτε ασκήθηκε. Η συμφωνία παρέμεινε ζωντανή και εκδόθηκε απόφαση για το υπόλοιπο του τιμήματος (€38.443,50) πλέον τόκους και έξοδα. Η αγοράστρια εφεσίβαλε την απόφαση με έξι (6) λόγους έφεσης.

Τα νομικά σημεία της απόφασης

  1. Παράβαση ουσιώδους όρου δεν ισοδυναμεί με αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης. Το Εφετείο επικύρωσε την κεντρική πρωτόδικη κρίση: η παράβαση ουσιώδους όρου δεν «αυτοαναιρεί» τη σύμβαση (Photo Production Ltd v. Securicor Transport Ltd [1980] A.C. 827). Παρέχει στο αναίτιο μέρος τριπλό δικαίωμα, να τερματίσει, να αξιώσει αποζημιώσεις και να απαλλαγεί των δικών του υποχρεώσεων, αλλά το δικαίωμα αυτό πρέπει να ασκηθεί. Μέχρι τότε, η σύμβαση παραμένει ζωντανή και δεσμευτική για αμφότερα τα μέρη, περιλαμβανομένης της υποχρέωσης καταβολής του τιμήματος.
  2. Η διάκριση ουσιώδους όρου και θεμελιώδους παράβασης. Η απόφαση αποσαφηνίζει τη συχνά συγχεόμενη διάκριση: η θεμελιώδης παράβαση (fundamental breach, Suisse Atlantique [1966] 2 All E.R. 61, Bauer v. Διογένη Ηροδότου & Υιοί Λτδ (1994) 1 Α.Α.Δ. 325) καθιστά την εκτέλεση της συμφωνίας εντελώς διαφορετική από την αρχικώς προβλεπόμενη, «εκριζώνει» τη συμφωνία. Εν προκειμένω, το interface ήταν ένα από δέκα προγράμματα του παραρτήματος της συμφωνίας, χωρίς επιμέρους τίμημα· η αστοχία του δεν εκθεμελίωνε τον σκοπό της σύμβασης. Σε κάθε περίπτωση, και τούτο είναι το κρίσιμο, ακόμη και θεμελιώδης παράβαση δεν αυτοαναιρεί τη συμφωνία, αλλά απλώς γεννά δικαίωμα τερματισμού.
  3. Ο τερματισμός απαιτεί ενεργά διαβήματα. Με αναφορά στη Metaxas Loizides Syrimis & Co ν. L.K. Globalsoft Co Ltd (2007) 1 Α.Α.Δ. 54 και την αυθεντική προσέγγιση της Johnson v. Agnew, το Εφετείο υπενθύμισε ότι το αναίτιο μέρος έχει επιλογή μεταξύ τερματισμού και συνέχισης, και ότι η άσκηση της επιλογής τερματισμού είναι ζήτημα πραγματικό που απαιτεί «active steps» και, ενίοτε, γνωστοποίηση στο υπαίτιο μέρος. Η επιστολή της αγοράστριας του 2005, αποσταλείσα μόνο αφού της ζητήθηκε η πληρωμή, με την οποία απλώς αρνείτο υποχρέωση πληρωμής, δεν συνιστούσε αντικειμενικά τερματισμό, πολλώ δε μάλλον όταν η αγοράστρια συνέχιζε να κατέχει το πρόγραμμα, χωρίς ποτέ να το επιστρέψει παρά τη ρητή συμβατική ευχέρεια.
  4. Πλήρης αποτυχία αντιπαροχής. Απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός περί έλλειψης ανταλλάγματος: η αποτυχία αντιπαροχής πρέπει να είναι πλήρης, διότι η αντιπαροχή είναι «ενιαία και αδιαίρετη» (Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd (No.3) [1989] 3 All E.R. 423). Το πρόγραμμα παραδόθηκε, εγκαταστάθηκε και λειτουργούσε· το πρόβλημα αφορούσε ουσιώδη μεν, επιμέρους δε όρο. Πλήρης αποτυχία θα υπήρχε μόνο αν το πρόγραμμα δεν είχε καν παραδοθεί ή δεν λειτουργούσε καθόλου.
  5. Διάκριση από τη Marketrends. Το Εφετείο διέκρινε την επίκληση της Marketrends (Capital Market) Ltd v. Synthesis Software Ltd (2009) 1 Α.Α.Δ. 514 περί αδιαίρετης συμφωνίας και μη κατανομής της αντιπαροχής: εκεί δεν είχαν εγερθεί τα ζητήματα του δικαιώματος τερματισμού και του δικαιώματος επιστροφής του αντικειμένου της σύμβασης, που ήταν καθοριστικά στην παρούσα. Το δε γεγονός ότι η ενάγουσα δικογράφησε εγκατάσταση «προς πλήρη ικανοποίηση» της αγοράστριας, ενώ διαπιστώθηκε παράβαση του όρου 14, δεν απέληγε σε μη απόδειξη των δικογραφημένων θέσεών της.

Το αποτέλεσμα

Η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της, με έξοδα εναντίον της εφεσείουσας, και η πρωτόδικη απόφαση για την καταβολή του υπόλοιπου τιμήματος επικυρώθηκε. Την επιτυχούσα εφεσίβλητη εκπροσώπησε το γραφείο μας.

Η σημασία της απόφασης

Η απόφαση αποτελεί σημείο αναφοράς για ένα από τα πιο παρεξηγημένα κεφάλαια του δικαίου των συμβάσεων, με ιδιαίτερη πρακτική αξία στις συμβάσεις πληροφορικής και παροχής τεχνολογικών λύσεων.

Πρώτον, διαλύει την εσφαλμένη αλλά διαδεδομένη αντίληψη ότι η παράβαση της σύμβασης από το ένα μέρος «ελευθερώνει» αυτομάτως το άλλο. Ο συμβαλλόμενος που αντιμετωπίζει παράβαση, έστω ουσιώδους όρου, έστω και θεμελιώδη, δεν αποδεσμεύεται με την αδράνεια. Οφείλει να επιλέξει: είτε να τερματίσει με σαφή και ενεργά διαβήματα και να αξιώσει αποζημιώσεις, είτε να συνεχίσει τη σύμβαση, οπότε παραμένει δεσμευμένος από όλες τις δικές του υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένης της πληρωμής. Η επιλογή της «μέσης οδού», διατήρηση του παραδοθέντος, συνέχιση των διαβουλεύσεων, άρνηση πληρωμής, είναι νομικά η δυσμενέστερη δυνατή.

Δεύτερον, καταδεικνύει τη σημασία των συμβατικών μηχανισμών εξόδου: η αγοράστρια διέθετε ρητό δικαίωμα επιστροφής του προγράμματος με επιστροφή του τιμήματος, το οποίο άφησε να εκπνεύσει. Τα Δικαστήρια δεν πρόκειται να υποκαταστήσουν, εκ των υστέρων, θεραπείες που το ίδιο το μέρος παρέλειψε να αξιοποιήσει.

Τρίτον, οριοθετεί αυστηρά την επίκληση της πλήρους αποτυχίας αντιπαροχής: όπου το κύριο αντικείμενο της σύμβασης παραδόθηκε και λειτουργεί, η αστοχία επιμέρους λειτουργίας, όσο σημαντική και αν είναι για τον αγοραστή, δεν μηδενίζει το αντάλλαγμα και δεν δικαιολογεί την πλήρη άρνηση πληρωμής. Το δίδαγμα για αγοραστές λογισμικού και σύνθετων συστημάτων είναι σαφές: οι κρίσιμες λειτουργίες πρέπει να αποτυπώνονται συμβατικά με αυτοτελές τίμημα, ορόσημα και ρητά δικαιώματα τερματισμού, και, όταν η παράβαση επέλθει, τα δικαιώματα αυτά πρέπει να ασκούνται έγκαιρα και ρητά.

 

Το παρόν κείμενο συνιστά γενική ενημέρωση και δεν αποτελεί νομική συμβουλή. Για οποιαδήποτε πληροφορία σε σχέση με την απόφαση ή για εξειδικευμένη καθοδήγηση, παρακαλούμε επικοινωνήστε με το γραφείο μας.