Απόφαση του Εφετείου που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο για το εταιρικό δίκαιο και τη δικονομία όσο και για το δίκαιο της απόδειξης σε τραπεζικές διαφορές
Trambako Holdings Ltd κ.ά. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd — Πολιτική Έφεση Αρ. 87/2018, Εφετείο Κύπρου, 25 Νοεμβρίου 2024
Σύνθεση: Δ. Κίτσιος, Μ. Αμπίζας, Μ. Τουμαζή, Δικαστές (ομόφωνη απόφαση)
Το Εφετείο Κύπρου, σε απόφασή του ημερομηνίας 25 Νοεμβρίου 2024, έκανε αποδεκτή την έφεση των πελατών του γραφείου μας, παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην Αγωγή Αρ. 191/2011 και απέρριψε την αγωγή της τράπεζας, με έξοδα τόσο πρωτόδικα όσο και κατ' έφεση (€5.400 πλέον ΦΠΑ) υπέρ των εφεσειόντων. Η απόφαση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο για το εταιρικό δίκαιο και τη δικονομία όσο και για το δίκαιο της απόδειξης σε τραπεζικές διαφορές.
Το ιστορικό
Η Alpha Bank Cyprus Ltd εξασφάλισε το 2018 πρωτόδικη απόφαση εναντίον δύο εταιρειών και ενός φυσικού προσώπου, στη βάση συμφωνιών δανείων και τραπεζικών διευκολύνσεων που φέρονταν να παραχωρήθηκαν στην πρώτη εταιρεία, με την εγγύηση της δεύτερης εταιρείας και του φυσικού προσώπου. Οι εναγόμενοι, με την Έκθεση Υπεράσπισής τους, είχαν αρνηθεί την εκτέλεση των επίδικων συμφωνιών, είχαν θέσει την τράπεζα σε αυστηρή απόδειξη τόσο της εκτέλεσης όσο και του περιεχομένου τους, και είχαν προβάλει τον συγκεκριμένο θετικό ισχυρισμό ότι οι συμφωνίες δεν υπογράφτηκαν από τα εξουσιοδοτημένα όργανα των εταιρειών, κατά παράβαση του καταστατικού και/ή καθ' υπέρβαση εξουσίας (ultra vires).
Κατά την πρωτόδικη ακρόαση, το Δικαστήριο δεν επέτρεψε την προσκόμιση μαρτυρίας του δικαστικού γραφολόγου που κλήθηκε από την υπεράσπιση αναφορικά με τις υπογραφές επί των συμφωνιών, ούτε τη μαρτυρία εγκεκριμένου λογιστή ως προς το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο, και εξέδωσε απόφαση υπέρ της τράπεζας.
Το προδικαστικό ζήτημα: θάνατος του μοναδικού διευθυντή και εξουσιοδότηση δικηγόρου
Πριν την ακρόαση της έφεσης, η τράπεζα ζήτησε την απόρριψή της δυνάμει του Μέρους 41.9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, με το επιχείρημα ότι, μετά τον θάνατο του μοναδικού διευθυντή των εφεσειουσών εταιρειών, ο οποίος εξακολουθούσε να εμφανίζεται ως αξιωματούχος στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, δεν υφίστατο πλέον εξουσιοδότηση προς τους δικηγόρους για την προώθηση της έφεσης.
Το Εφετείο απέρριψε το αίτημα, με σκεπτικό που έχει ευρύτερη πρακτική σημασία:
Πρώτον, εφόσον η εξουσιοδότηση προς τους δικηγόρους δόθηκε δεόντως και η εγκυρότητά της δεν αμφισβητείται, ο μεταγενέστερος θάνατος του διευθυντή αποτελεί εσωτερικό ζήτημα της εταιρείας ως προς τη λήψη αποφάσεων και δεν επηρεάζει τη συνέχιση της ήδη δοθείσας έγκυρης εξουσιοδότησης για έγερση και προώθηση της διαδικασίας.
Δεύτερον, ο Έφορος Εταιρειών δεν καθορίζει την υπόσταση των διευθυντών μιας εταιρείας, εναπόκειται στην ίδια την εταιρεία, ακολουθώντας τις νενομισμένες διαδικασίες της, να διορίζει ή να παύει τους διευθυντές της. Η εκκρεμότητα καταχώρισης της αλλαγής διευθυντή στο μητρώο δεν δικαιολογεί την ουσιαστική αποστέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη.
Τρίτον, το Εφετείο επικαλέστηκε το Άρθρο 174 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το οποίο καθιερώνει το τεκμήριο κανονικότητας των πράξεων συμβούλου, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε έλλειψη που δυνατό να αποκαλυφθεί αργότερα στον διορισμό ή τα προσόντα του.
Τέλος, το Εφετείο υπενθύμισε ότι η εξουσία διαγραφής έφεσης κατά το Μέρος 41.9 ασκείται μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όταν η έφεση είναι απαράδεκτη, προπετής, προδήλως αβάσιμη ή ασκήθηκε με σκοπό την παρέλκυση της απονομής της δικαιοσύνης, σε καμία εκ των οποίων δεν στηριζόταν το αίτημα.
Η ουσία: το βάρος απόδειξης της εκτέλεσης των συμφωνιών
Επί της ουσίας, το Εφετείο εξέτασε κατά προτεραιότητα τους λόγους έφεσης 1, 3 και 7, οι οποίοι αφορούσαν τη μη αποδοχή της μαρτυρίας του γραφολόγου, το βάρος απόδειξης της εκτέλεσης των συμφωνιών και την παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης.
Το Εφετείο διαπίστωσε ότι κανένας από τους μάρτυρες της τράπεζας δεν είχε προσωπική γνώση, ούτε καν εξ ακοής μαρτυρία προσέφερε, ως προς το ποιος υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες εκ μέρους των εταιρειών και κατά πόσο το πρόσωπο αυτό ήταν εξουσιοδοτημένο. Παρότι ο συνήγορος της τράπεζας είχε δηλώσει πρωτόδικα ότι θα καλούσε μάρτυρα ειδικά για τον τρόπο υπογραφής των συμφωνιών, τέτοιος μάρτυρας ουδέποτε παρουσιάστηκε και η υπόθεση της τράπεζας έκλεισε χωρίς απόδειξη της εκτέλεσης.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι η προσέγγιση του Εφετείου ως προς τη μη αντεξέταση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε θεωρήσει ότι, εφόσον οι εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν δια της αντεξέτασης τις υπογραφές, το βάρος απόδειξης μετατέθηκε σε αυτούς. Το Εφετείο, εφαρμόζοντας την Ελληνική Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις ν. E.T. Autospares Enterprises Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ. 843, ξεκαθάρισε ότι η παράλειψη αντεξέτασης δεν ισοδυναμεί με παραδοχή σε σχέση με θέματα για τα οποία ο μάρτυρας δεν κατέθεσε καθόλου: ο συνήγορος των εφεσειόντων δεν είχε τι να αντεξετάσει περί των υπογραφών, αφού οι ίδιοι οι μάρτυρες της τράπεζας είχαν ξεκαθαρίσει εξαρχής ότι δεν γνώριζαν οτιδήποτε για την κατάρτιση και υπογραφή των συμφωνιών. Ο κανόνας ότι η παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας ισοδυναμεί με παραδοχή προϋποθέτει την ύπαρξη μαρτυρίας ουσίας επί του επίδικου θέματος.
Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι η δικογραφημένη θέση των εφεσειόντων περί μη ορθής εκτέλεσης των συμφωνιών παρέμενε ενεργή και ουδέποτε εγκαταλείφθηκε, αντιθέτως, υπήρξαν σχετικές υποβολές κατά την αντεξέταση. Οι υπογραφές επί των συμφωνιών αποτελούσαν επίδικο θέμα, και συνεπώς έπρεπε να επιτραπεί η μαρτυρία του γραφολόγου της υπεράσπισης. Η αποστέρηση των εφεσειόντων από το δικαίωμα να παρουσιάσουν μαρτυρία προς υποστήριξη της δικογραφημένης εκδοχής τους συνιστούσε παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης, κατά το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
Η κατάληξη
Το Εφετείο κατέληξε ότι η προσαχθείσα μαρτυρία δεν δικαιολογούσε συμπέρασμα περί εκτέλεσης των επίδικων συμφωνιών και ότι η τράπεζα δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που έφερε. Η έφεση επέτυχε, η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε και αντικαταστάθηκε με απόφαση απόρριψης της αγωγής, με έξοδα πρωτόδικα και κατ' έφεση υπέρ των εφεσειόντων.
Πρακτικά συμπεράσματα
Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι σε αγωγές τραπεζών επί δανείων και εγγυήσεων, όταν η εκτέλεση των συμφωνιών αμφισβητείται ρητώς στα δικόγραφα, η απλή κατάθεση των εγγράφων ως τεκμηρίων δεν αρκεί, η τράπεζα οφείλει να προσκομίσει θετική μαρτυρία απόδειξης των υπογραφών από δεόντως εξουσιοδοτημένα πρόσωπα. Παράλληλα, καθιστά σαφές ότι η μη αντεξέταση μάρτυρα δεν μπορεί να λειτουργήσει ως παραδοχή επί ζητημάτων για τα οποία ο μάρτυρας ουδέν κατέθεσε, και ότι ο θάνατος του μοναδικού διευθυντή εταιρείας δεν ανατρέπει την ήδη έγκυρα δοθείσα εξουσιοδότηση προς τους δικηγόρους της για προώθηση δικαστικής διαδικασίας, ανεξαρτήτως της εκκρεμότητας ενημέρωσης του μητρώου του Εφόρου Εταιρειών.
Το γραφείο μας εκπροσώπησε τους εφεσείοντες στην παρούσα διαδικασία. Το παρόν σημείωμα έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί νομική συμβουλή.